ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΤΕ ΠΙΣΩ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΦΑΚΕΛΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΛΗΨΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΩΝ, ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ

Στο πλαίσιο χορήγησης στεγαστικών, καταναλωτικών και επιχειρηματικών δανείων οι τράπεζες είθισται να επιβαρύνουν τους δανειολήπτες δυνάμει επιμέρους όρων των δανειακών συβάσεων με έξοδα φακέλου. Το συγκεκριμένο είδος οικονομικής επιβάρυνσης απαντάται στην τραπεζική πρακτική με ποικίλες ονομασίες όπως «έξοδα χρηματοδότησης», «διαχειριστικά έξοδα», «έξοδα φακέλου», ενώ στην ίδια κατηγορία εμπίπτουν και οι διατυπώσεις «προκαταβαλλόμενα έξοδα», «προμήθεια εξέτασης δανείου», «προμήθεια δανείου», «έξοδα αξιολόγησης αίτησης στεγαστικού δανείου», «έξοδα σύνταξης-διαχείρισης δανείου», «έξοδα συνομολόγησης δανείου και μελέτης φακέλου», «έξοδα προμήθειας χορηγήσεων», «έξοδα παρακολούθησης δανείου» και «προμήθεια διεκπεραίωσης δανείου».

Ωστόσο τα ελληνικά δικαστήρια επανειλημμένως έχουν κρίνει ότι όροι συμβάσεων δανείων, με τους οποίους επιβάλλονται στους δανειολήπτες οι ως άνω είδους οικονομικές επιβαρύνσεις είναι άκυροι λόγω της αντίθεσής τους με την ΠΔ/ΤΕ 1969/1991, που αντικατάστησε η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, και τον ν. 2251/1994, με τις τράπεζες να υποχρεούνται να επιστρέψουν πίσω τα σχετικά χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, απαγορεύεται στις τράπεζες να εισπράττουν προμήθεια στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα. Περαιτέρω το άρθρο 2§7 εδ. ια΄ του ν. 2251/1994, ορίζει ότι θεωρούνται καταχρηστικοί όσοι όροι «χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή», στο δε τίμημα ανήκει κάθε είδος παροχής που καταβάλει ο καταναλωτής ως αντίτιμο για τις υπηρεσίες που του παρέχονται. Η εν λόγω διάταξη συνιστά εξειδίκευση της αρχής της διαφάνειας που διαπνέει το δίκαιο των ΓΟΣ (Γενικών Όρων Συναλλαγών) και συνιστά θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην υποχρέωση διατύπωσης των ΓΟΣ κατά τρόπο κατανοητό και σαφή, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιλαμβάνεται πλήρως την έκταση, το περιεχόμενο και την αιτία της οικονομικής του δέσμευσης.

Πληθώρα δικαστικών αποφάσεων (ΕφΑθ 6547/2009, ΔΕΕ 2010, 449. ΕφΑθ 5253/2003, ΧρΙΔ 2004, 134. ΕιρΑθ 269/2008, Αρμ. 2008, 1209.) έχουν αποφανθεί ότι χαρακτηρισμοί όπως «έξοδα χρηματοδότησης», «διαχειριστικά έξοδα», «έξοδα φακέλου», «έξοδα αξιολόγησης αίτησης στεγαστικού δανείου», «έξοδα σύνταξης-διαχείρισης στεγαστικού δανείου», «έξοδα σύνταξης δικογραφιών» κ.λ.π. είναι αόριστοι και παραπλανητικοί, διότι δεν εξειδικεύουν με σαφήνεια τα αίτια και το περιεχόμενο κάθε επιβάρυνσης, μ' αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς σπουδαίο λόγο αόριστο το τίμημα του δανείου, να γεννάται σύγχυση ως προς το τι καλύπτει ο τόκος και τι η προμήθεια, και να προκαλείται τέλος αδιαφάνεια και μη συγκρισιμότητα με αντίστοιχες παροχές άλλων τραπεζών σε βάρος του υγιούς ανταγωνισμού. Σε τοπικό επίπεδο τα ανωτέρω επιβεβαιώνει η αποφάση ΕιρΙωαν 49/2011, αδημ. που επιδικάζει σε βάρος πιστωτικού ιδρύματος το ποσό των 700 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει ως προμήθεια παρανόμως για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου.

Καθίσταται πρόδηλη επομένως η επί μακρών παραπλανητική και παράνομη τακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των καταναλωτών, που εν πολλοίς εκμεταλλεύονται την ελλιπή ενημέρωση των τελευταίων, καθώς και τη ρευστή και συγκεχυμένη οικονομική συγκυρία προκειμένου να προσαυξήσουν τα έσοδά τους, επιβαρύνοντας τα ήδη οικονομικά δυσβάσταχτα χορηγούμενα από αυτά δάνεια. Ωστόσο, με αφορμή τις ανωτέρω πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις ανοίγει ο δρόμος για τους δανειολήπτες καταναλωτές ώστε να διεκδικήσουν και να επιτύχουν με την έκδοση δικαστικής απόφασης την άμεση και έντοκη απόδοση των καταχρηστικώς επιβαλλομένων χρηματικών ποσών που αφορούν παράνομες προμήθειες δανείων. Ενημερωθείτε, λοιπόν, και διεκδικήστε πίσω τα χρήματά σας.

Αλεξία Κ. Μουτσιούλη

LL.M Civil, Civil Procedure and Labour Law